Το 3ο μέρος της (μέχρι στιγμής) τριλογίας «Ραγιάδες » διαδραματίστηκε χτες και προχτές, 18 και 19 του μήνα, στις αρχαιρεσίες της ΕΣΗΕΑ. Απλώς δείτε τα αποτελέσματα, π.χ. σχολιασμένα στο άρθρο Σφάξε με αγά μου να αγιάσω του ιστολόγιου Αριστερά και Πολιτική, που το αναδημοσιεύει ο Redfly Planet (έχουν ενδιαφέρον και τα σχόλια), και βγάλτε συμπεράσματα, έστω κάποια συμπεράσματα,μιας και για την ανάλυση των αποτελεσμάτων αναγνωρίζω ότι απαιτείται οπωσδήποτε και η γνώση των ειδικών συνθηκών του χώρου, την οποία ίσως δεν την έχετε, όπως δεν την έχω κι εγώ γι' αυτό και ίσως επανέλθω με κάποια ενδεχομένως 4η συνέχεια των «Ραγιάδων » (ε, ναι, προεξοφλώ ότι και ύστερα από την οσοδήποτε εμβριθή ανάλυση οι ραγιάδες θα μείνουν ακλόνητοι στη θέση τους, που να πάρει ).
Πέμπτη, Ιουνίου 20, 2013
Τρίτη, Ιουνίου 18, 2013
Ραγιάδες… (Μέρος 2ο)
Τα γεγονότα που περιγράφω είναι πρόσφατα· συνέβησαν πριν από λίγους μήνες έως και πριν από λίγες μέρες ή ώρες. Τόπος: Κάποια επιχείρηση στον χώρο των ΜΜΕ. (Si non è vero, è ben trovato: αν δεν είναι αλήθεια, είναι καλή επινόηση, δηλαδή ταιριάζει για αληθινό).
Διανύουμε τα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Στην επιχείρηση το σχετικά καλό κλίμα των προηγούμενων ετών, όταν η επιχείρηση κατείχε ζηλευτή μεταξύ των ανταγωνιστριών της θέση από πλευράς κερδοφορίας, αρχίζει να κλονίζεται. Όμως ας δούμε την εξέλιξη των πραγμάτων με τη σειρά. Το καλό λοιπόν κλίμα του «παλιού, καλού καιρού» αναφέρεται τόσο στην ανταπόκριση της εργοδοσίας στις υποχρεώσεις της προς τους εργαζόμενους (τακτικές οι πληρωμές, αμειβόμενες οι υπερωρίες και η εργασία του Σαββατοκύριακου, κανονικά τα ρεπά κ.λπ.) όσο και στις σχέσεις μεταξύ των εργαζομένων, όπου δεν είχαν εκδηλωθεί αντιθέσεις ή συγκρούσεις, αφενός επειδή δεν είχε δοθεί αφορμή με κάποιες εξόφθαλμα προκλητικές ενέργειες από πλευράς εργοδοσίας στις οποίες οι εργαζόμενοι θα καλούνταν να αντιδράσουν, επομένως να τοποθετηθούν, οπότε θα αναπτύσσονταν οι διαφορετικές απόψεις των εργαζομένων και θα σημειώνονταν οι επακόλουθες αντιπαραθέσεις, και αφετέρου επειδή οι ίδιοι οι εργαζόμενοι δεν είχαν αναπτύξει κάποια ιδιαίτερη δραστηριότητα για τον ταξικό προσανατολισμό της συνδικαλιστικής τους οργάνωσης, των σωματείων τους. Μάλλον, λοιπόν, επικρατούσε η λεγόμενη εργασιακή ειρήνη. Στο τοπίο αυτής της εργασιακής ειρήνης ας εντάξουμε κάποιες ψιλογκρίνιες από πλευράς εργοδοσίας οσάκις γινόταν καμιά κινητοποίηση, κυρίως των δημοσιογράφων, στην οποία «εκ καθήκοντος» συμμετείχαν οι εργαζόμενοι, χωρίς να αναπτύσσουν άλλη δραστηριότητα όπως ζύμωσης κάποιων προωθημένων ταξικών θέσεων στον χώρο ή έκδοσης ιδιαίτερης ανακοίνωσης συμμετοχής στην εκάστοτε απεργία. Ακόμη ας σημειώσουμε ότι σ’ αυτό το περιβάλλον εργασιακής ειρήνης είτε ευδοκιμούσε είτε, έστω, γινόταν ανεκτή ή δεν ξένιζε η υπερψήφιση από τους εργαζόμενους δημοσιογράφους της επιχείρησης ως εκπροσώπου τους στην ΕΣΗΕΑ του προσώπου που υποδείκνυε τεχνηέντως, εμμέσως ή αμέσως, η εργοδοσία!
Αλλά, ως γνωστόν, και οι πιο δυνατές φιλίες, πολύ περισσότερο οι κατ΄ επίφαση ή οι κατά σύμβαση φιλίες ή οι λυκοφιλίες, στα δύσκολα δοκιμάζονται. Και τα δύσκολα, καθώς η κρίση και γινόταν βαθύτερη και σωρευτικά επενεργούσε στα κοινωνικοοικονομικά δρώμενα, δεν άργησαν να εμφανιστούν και σ’ αυτόν τον "παράδεισο" εργασιακής ειρήνης, σ’ αυτήν την επιχείρηση. Άρχισαν κάποιες απολύσεις, ακολούθησαν καθυστερήσεις στην καταβολή των αποδοχών, περικοπές στην αμοιβή των υπερωριών και της εργασίας του Σαββατοκύριακου, δόθηκε συνέχεια με μείωση των αποδοχών των εργαζομένων (στο όνομα της κρισιακής συγκυρίας, βέβαια μην πάει ο νους σας στο "κακό", ότι η επιχείρηση δεν αγαπάει και δεν πονάει τους εργαζόμενους), με παγιωμένη πλέον την καταβολή των δεδουλευμένων με καθυστέρηση κάποιων μηνών, μέχρι που συμπληρώθηκε το παζλ της τυπικής σύγχρονης (με την έννοια της συμμόρφωσης στην γενικευμένη ανά τη χώρα αντεργατική επέλαση στο όνομα ή εξαιτίας, αν θέλετε, της κρίσης) επιχείρησης με όλα τα σχετικά κομμάτια: ατομικές συμβάσεις, νέες μειώσεις αποδοχών, απειλές και εκφοβισμός για επικείμενες μαζικές απολύσεις έως και κλείσιμο της επιχείρησης, προσπάθεια διάσπασης των εργαζομένων κ.λπ. Αυτά όλα από πλευράς εργοδοσίας. Και οι εργαζόμενοι; «Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα» Απροετοίμαστοι απέναντι στη μελετημένη επίθεση της πάντα έτοιμης να προασπίσει τα συμφέροντά της εργοδοσίας, απαίδευτοι στους ταξικούς αγώνες, άλλοι ακόμη και με εχθρική στάση απέναντι σ’ αυτούς κι άλλοι έτοιμοι να δώσουν γη και ύδωρ στα αφεντικά αποβλέποντας στην εύνοιά τους, αλλά και με σημαντική μερίδα εργαζομένων με υποφώσκουσα έως εκδηλωμένη διάθεση να αντιδράσουν. Αυτοί οι τελευταίοι βιώνουν πολυεπίπεδο δράμα. Γι’ αυτούς η επίθεση της εργοδοσίας, πέρα από τις εργασιακές και οικονομικές επιπτώσεις, τις οποίες υφίστανται και αντιλαμβάνονται και αυτοί όπως όλοι οι συνάδελφοί τους, σημαίνει κάτι ακόμη: την ηθική υποχρέωση, το ταξικό τους χρέος να αντιδράσουν. Αλλά πώς; Μόνοι; Ασφαλώς όχι! Λογικό κι επόμενο να αναζητήσουν στηρίγματα στις υπάρχουσες μορφές συνδικαλιστικής οργάνωσης (ΕΣΗΕΑ κ.λπ.). Βρίσκουν όμως από αυτές τη στήριξη που αναζητούν; Χμ!
Παρασκευή, Ιουνίου 14, 2013
Ραγιάδες… (Μέρος 1ο)
Το περιστατικό που περιγράφω συνέβη πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια.
Καλοκαίρι, απομεσήμερο, ζέστη. Τρεις και κάτι η ώρα, ώρα που σχολάνε οι εργαζόμενοι στις δημόσιες υπηρεσίες, κι εγώ, μαζί με όσους δεν έχουν πάρει άδεια, περιμένω υπομονετικά το τρένο για τον Πειραιά, στην αποβάθρα του ηλεκτρικού στην Ομόνοια. Ο κόσμος που έχει μείνει στην Αθήνα έχει αυτή την εποχή αραιώσει, αλλά έχουν επίσης αραιώσει και τα δρομολόγια. Αποτέλεσμα, το στρίμωγμα το ίδιο όπως κι όταν δεν είναι περίοδος διακοπών, αλλά ο χρόνος αναμονής μεγαλύτερος. Κάποτε, τέλος πάντων, φτάνει ο συρμός. Μπαίνω από την μπροστινή πόρτα του πρώτου βαγονιού και βρίσκω θέση… «καθημένων δι’ ορθίους», όπως περιπαιχτικά έλεγε κάποιος φίλος μου τις προνομιούχες εκείνες θέσεις όπου οι όρθιοι έχουν την πολυτέλεια να ακουμπούν την πλάτη τους στην πλάτη των καθισμάτων (στα οποία κάθονται οι «καθήμενοι»!). Βρίσκομαι λοιπόν όρθιος, ακουμπισμένος στην πλάτη του ακριανού αριστερού καθίσματος της πρώτης τετράδας καθισμάτων του συρμού, επομένως κοιτάζω προς τα πίσω και μπορώ να δω, μετ’ εμποδίων οπωσδήποτε, μέχρι το βάθος του δεύτερου βαγονιού του συρμού. Κάποια στιγμή παρατηρώ εκεί στο βάθος κάποια αναταραχή, κάποιες περίεργες μετακινήσεις των επιβατών. Συγκεντρώνω την προσοχή μου και αντιλαμβάνομαι τι συμβαίνει· στ’ αλήθεια είναι κάτι πρωτοφανές, κάτι που δυσκολεύομαι να το πιστέψω. Ένας ψηλός κρεμανταλάς, 35 με 40 χρονών, κρατάει με το ‘να χέρι και σφίγγει στο στήθος του μια τεράστια χαρτοσακούλα, ανοιχτή, γεμάτη με σπόρια, λιόσπορους όπως διαπίστωσα στη συνέχεια. Με τ’ άλλο χέρι βουτάει από την ανοιχτή σακούλα σπόρια, τα φέρνει στο στόμα, όπου αφού τσίκι-τσίκι βγάλει τον καρπό, φτύνει τα φλούδια αναιδέστατα, χωρίς να παίρνει καμία προφύλαξη, το αντίθετο θα ‘λεγα, φαίνεται πως το κάνει επίτηδες, προφανώς για να προκαλέσει· φτύνει τα φλούδια κυριολεκτικά στο πρόσωπο των συνεπιβατών του, οι οποίοι έκπληκτοι προσπαθούν να απομακρυνθούν από το πεδίο βολής του. Οι βαλλόμενοι επιβάτες μετακινούνται, πολλές φορές στριμωχνόμενοι άγρια, αρκεί να μπορέσουν να βρουν λίγο τόπο να σταθούν μακριά από το λιοσποροφάγο ζώο, γύρω από το οποίο δημιουργείται μία… νεκρή ζώνη. Θα ‘λεγε κανείς ότι, τέλος πάντων, βρέθηκε κάποιος απροσάρμοστος (με «αποκλίνουσα συμπεριφορά», που λένε), τρελός ίσως, και οι υπόλοιποι, οι λογικοί, συνετά πράττοντας, έδωσαν τόπο στην οργή («με τον τρελό να τα βάλουμε τώρα;») και του παραχώρησαν τον ζωτικό χώρο που χρειαζόταν για την απρόσκοπτη ζωώδη διεργασία του, και ότι έτσι έληξε το ζήτημα. Αμ δε! Ύστερα από λίγο το λιοσποροφάγο ζώο, βρίσκοντας μάλλον ανιαρό να φτύνει τα φλούδια χωρίς να ασχολείται κανείς μ’ αυτή του την πράξη (και μ’ αυτόν, επομένως) και κυρίως χωρίς να ενοχλείται κανείς απ’ αυτή του την πράξη (και απ’ αυτόν, επομένως), το βλέπω να μετακινείται και να πλησιάζει τους επόμενους στόχους του! Αυτοί αντιδρούν όπως και οι προηγούμενοι, και το σκηνικό επαναλαμβάνεται, με αργό ρυθμό, συνεχώς. Το περίεργο είναι ότι, ενώ πλέον όλοι έχουν αντιληφθεί τι συμβαίνει, κανείς δεν επιχειρεί να του κάνει κάποια παρατήρηση, να τον ανακαλέσει σε τάξη, κάτι να πει τέλος πάντων. Το λιοσποροφάγο ζώο κάποια στιγμή έχει χτενίσει το δεύτερο βαγόνι απ’ άκρου σ’ άκρο και έχει μπει στο πρώτο βαγόνι, το βαγόνι μου. Έχουμε περάσει την Καλλιθέα και ο κόσμος έχει αρκετά αραιώσει. Αρχίζω να ανησυχώ, γιατί ο κίνδυνος να βρεθεί δίπλα μου είναι πλέον ορατός. Δεν θέλω να φύγω κι έτσι να τον αποφύγω, όπως εύκολα πλέον κάνουν τώρα οι υπόλοιποι επιβάτες, μιας και τώρα η μετακίνηση μέσα στο βαγόνι δεν είναι προβληματική. Ήδη πηγαίνουμε προς το Φάληρο, όταν βρίσκεται απέναντί μου. Τον καρφώνω με το βλέμμα μου, γεμάτος οργή:
