Παρασκευή, Ιουνίου 14, 2013

Ραγιάδες… (Μέρος 1ο)


Το περιστατικό που περιγράφω συνέβη πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια.

Καλοκαίρι, απομεσήμερο, ζέστη. Τρεις και κάτι η ώρα, ώρα που σχολάνε οι εργαζόμενοι στις δημόσιες υπηρεσίες, κι εγώ, μαζί με όσους δεν έχουν πάρει άδεια, περιμένω υπομονετικά το τρένο για τον Πειραιά, στην αποβάθρα του ηλεκτρικού στην Ομόνοια. Ο κόσμος που έχει μείνει στην Αθήνα έχει αυτή την εποχή αραιώσει, αλλά έχουν επίσης αραιώσει και τα δρομολόγια. Αποτέλεσμα, το στρίμωγμα το ίδιο όπως κι όταν δεν είναι περίοδος διακοπών, αλλά ο χρόνος αναμονής μεγαλύτερος. Κάποτε, τέλος πάντων, φτάνει ο συρμός. Μπαίνω από την μπροστινή πόρτα του πρώτου βαγονιού και βρίσκω θέση… «καθημένων δι’ ορθίους», όπως περιπαιχτικά έλεγε κάποιος φίλος μου τις προνομιούχες εκείνες θέσεις όπου οι όρθιοι έχουν την πολυτέλεια να ακουμπούν την πλάτη τους στην πλάτη των καθισμάτων (στα οποία κάθονται οι… «καθήμενοι»!). Βρίσκομαι λοιπόν όρθιος, ακουμπισμένος στην πλάτη του ακριανού αριστερού καθίσματος της πρώτης τετράδας καθισμάτων του συρμού, επομένως κοιτάζω προς τα πίσω και μπορώ να δω, μετ’ εμποδίων οπωσδήποτε, μέχρι το βάθος του δεύτερου βαγονιού του συρμού. Κάποια στιγμή παρατηρώ εκεί στο βάθος κάποια αναταραχή, κάποιες περίεργες μετακινήσεις των επιβατών. Συγκεντρώνω την προσοχή μου και αντιλαμβάνομαι τι συμβαίνει· στ’ αλήθεια είναι κάτι πρωτοφανές, κάτι που δυσκολεύομαι να το πιστέψω. Ένας ψηλός κρεμανταλάς, 35 με 40 χρονών, κρατάει με το ‘να χέρι και σφίγγει στο στήθος του μια τεράστια χαρτοσακούλα, ανοιχτή, γεμάτη με σπόρια, λιόσπορους όπως διαπίστωσα στη συνέχεια. Με τ’ άλλο χέρι βουτάει από την ανοιχτή σακούλα σπόρια, τα φέρνει στο στόμα, όπου αφού τσίκι-τσίκι βγάλει τον καρπό, φτύνει τα φλούδια αναιδέστατα, χωρίς να παίρνει καμία προφύλαξη, το αντίθετο θα ‘λεγα, φαίνεται πως το κάνει επίτηδες, προφανώς για να προκαλέσει· φτύνει τα φλούδια κυριολεκτικά στο πρόσωπο των συνεπιβατών του, οι οποίοι έκπληκτοι προσπαθούν να απομακρυνθούν από το πεδίο βολής του. Οι βαλλόμενοι επιβάτες μετακινούνται, πολλές φορές στριμωχνόμενοι άγρια, αρκεί να μπορέσουν να βρουν λίγο τόπο να σταθούν μακριά από το λιοσποροφάγο ζώο, γύρω από το οποίο δημιουργείται μία… νεκρή ζώνη. Θα ‘λεγε κανείς ότι, τέλος πάντων, βρέθηκε κάποιος απροσάρμοστος (με «αποκλίνουσα συμπεριφορά», που λένε), τρελός ίσως, και οι υπόλοιποι, οι λογικοί, συνετά πράττοντας, έδωσαν τόπο στην οργή με τον τρελό να τα βάλουμε τώρα;») και του παραχώρησαν τον ζωτικό χώρο που χρειαζόταν για την απρόσκοπτη ζωώδη διεργασία του, και ότι έτσι έληξε το ζήτημα. Αμ δε! Ύστερα από λίγο το λιοσποροφάγο ζώο, βρίσκοντας μάλλον ανιαρό να φτύνει τα φλούδια χωρίς να ασχολείται κανείς μ’ αυτή του την πράξη (και μ’ αυτόν, επομένως) και κυρίως χωρίς να ενοχλείται κανείς απ’ αυτή του την πράξη (και απ’ αυτόν, επομένως), το βλέπω να μετακινείται και να πλησιάζει τους επόμενους στόχους του! Αυτοί αντιδρούν όπως και οι προηγούμενοι, και το σκηνικό επαναλαμβάνεται, με αργό ρυθμό, συνεχώς. Το περίεργο είναι ότι, ενώ πλέον όλοι έχουν αντιληφθεί τι συμβαίνει, κανείς δεν επιχειρεί να του κάνει κάποια παρατήρηση, να τον ανακαλέσει σε τάξη, κάτι να πει τέλος πάντων. Το λιοσποροφάγο ζώο κάποια στιγμή έχει χτενίσει το δεύτερο βαγόνι απ’ άκρου σ’ άκρο και έχει μπει στο πρώτο βαγόνι, το βαγόνι μου. Έχουμε περάσει την Καλλιθέα και ο κόσμος έχει αρκετά αραιώσει. Αρχίζω να ανησυχώ, γιατί ο κίνδυνος να βρεθεί δίπλα μου είναι πλέον ορατός. Δεν θέλω να φύγω κι έτσι να τον αποφύγω, όπως εύκολα πλέον κάνουν τώρα οι υπόλοιποι επιβάτες, μιας και τώρα η μετακίνηση μέσα στο βαγόνι δεν είναι προβληματική. Ήδη πηγαίνουμε προς το Φάληρο, όταν βρίσκεται απέναντί μου. Τον καρφώνω με το βλέμμα μου, γεμάτος οργή:

—Άνθρωπέ μου, καταλαβαίνεις πού βρίσκεσαι και καταλαβαίνεις τι κάνεις;

Η απάντησή του αναπάντεχη, ενώ μασουλάει:

—Δεν έχεις προσωπικότητα!

Όμως αυτή η αναπάντεχη απάντησή του επενεργεί σ’ εμένα σαν να δέχτηκα δάγκωμα φιδιού. Προκαλεί αμέσως την ενστικτώδη όσο και απερίσκεπτη αντίδρασή μου: Αρπάζω με μιαν αστραπιαίας ταχύτητας κίνησή μου τη χαρτοσακούλα απ’ τον κόρφο του και την πετάω από το ανοιχτό παράθυρο δίπλα μου (είπαμε, αυτά έγιναν πριν από είκοσι περίπου χρόνια, όταν δεν υπήρχαν κλιματιστικά στα τρένα και τα παράθυρα άνοιγαν αρκετά, όχι όπως στα σημερινά τρένα). Περνώντας εκείνη τη στιγμή πάνω από τον Κηφισό, η σακούλα —δεν την είδα— σίγουρα θα προσγειώθηκε στην ξερή κοίτη του ποταμού, θ’ άνοιξε και θα σκόρπισαν τα σπόρια.

—Τώρα τι λες; Έχω; τον ρωτάω.

Δεν απαντά. Έχει μείνει άναυδος, αποσβολωμένος. Οι γύρω επιβάτες έχουν καρφώσει το βλέμμα τους πάνω μας. Εκείνος σύντομα συνέρχεται και, αμίλητος, φροντίζει να εξαφανιστεί όσο πιο γρήγορα γίνεται. Σαν κυνηγημένο ζώο, σκύβει το κεφάλι, σχεδόν κρύβεται, κάνει μεταβολή και με γρήγορο βήμα πηγαίνει και ζαρώνει στην άλλη άκρη του διπλανού βαγονιού. (Αργότερα, μέχρι σήμερα, όποτε τον σκέφτομαι, τον λυπάμαι). Οι γύρω μου αρχίζουν τότε να χαχανίζουν, να επικροτούν την πράξη μου, να με συγχαίρουν «που, επί τέλους, βρέθηκε κάποιος να τον βάλει στη θέση του», να με επαινούν για το θάρρος μου και τέτοια. Ε, δεν ήθελα και πολύ για να τα πάρω στο κρανίο με όλα αυτά τα ανθρωπάκια, τα τρις σιχαμερότερα από τον κακομοίρη με τους λιόσπορους, όλα αυτά τα ανθρωπάκια που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαν στόμα να μιλήσουν, ωστόσο φοβισμένα, υποταγμένα θαρρείς στη μοίρα τους, περίμεναν πώς και πώς, εύχονταν κάποιος άλλος να βρεθεί για βγάλει για δικό τους λογαριασμό το φίδι από την τρύπα, να τα απαλλάξει από τον ενοχλητικό αυτόν τύπο, μάλιστα χωρίς τα ίδια να έχουν ούτε τη διάθεση καν να συνδράμουν αυτόν που θα παρουσιαζόταν και θα ενεργούσε ως λυτρωτής τους, αλλά αποφασισμένα να παραστήσουν τον ουδέτερο παρατηρητή μιας σκηνής αντιπαράθεσης που τάχα δεν τα αφορά και να μείνουν αποστασιοποιημένα κι από τους δύο "τρελούς", αφήνοντας μόνον του στη ριψοκίνδυνη προσπάθειά του αυτόν που ελπίζουν (ενδόμυχα μόνο, εξωτερικά παραμένοντας αμερόληπτοι και δήθεν αδιάφοροι) να είναι ο λυτρωτής τους. Γυρίζω λοιπόν θυμωμένος και τους κατακεραυνώνω:

—Μπα; Βρήκατε τη μιλιά σας; Δεν χρειάζομαι τώρα τους επαίνους και την επιδοκιμασία σας! Χρειαζόμουνα προηγουμένως την υποστήριξή σας! Αλλά σεις προηγουμένως παραμείνατε ουδέτεροι θεατές, ίσως με το νοσηρό ενδιαφέρον για τον εξελισσόμενο «καβγά δύο τρελών», περιμένοντας ανάλογα με την έκβασή του να πάρετε το μέρος του νικητή: Αν νικούσα εγώ, να με συγχαρείτε· αν νικούσε ο άλλος, αν —ας πούμε— έβγαζε σουγιά και με μαχαίρωνε, να πείτε για μένα: «Τον μαλάκα, τόσο ανόητος ήταν, που τα έβαλε μ’ έναν τρελό». Ραγιάδες!

Εννοείται ότι, αφού είπα αυτά, αναγκάστηκα να κάνω, για διαφορετικούς λόγους, ό,τι έκανε και ο λιοσποραφάγος: φρόντισα να εξαφανιστώ (σαν τον "αντίπαλό" μου, αλλά για άλλους λόγους) —βοήθησε σ’ αυτό και το ότι η πόρτα δίπλα μου άνοιξε· είχαμε φτάσει στο Φάληρο. Δεν ήταν ο προορισμός μου, αλλά καλύτερα να περίμενα το επόμενο τρένο. Το περιβάλλον στο βαγόνι που ήμουν μου προκαλούσε απέχθεια, αηδία.

«Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα», σκέφτηκα.


(συνεχίζεται)